Βανίλια «υποβρύχιο»

Πρόκειται για ένα παραδοσιακό λατρεμένο ελληνικό κέρασμα, που συνδέεται με δροσερές καλοκαιρινές βραδιές και επισκέψεις σε φιλικά σπίτια. Η βανίλια πήρε το την ονομασία «υποβρύχιο» επειδή σερβίρεται βυθισμένο σε γυάλινο ποτήρι με κρύο νερό. Υπάρχουν πολλές παραλλαγές του στη γεύση όπως μαστίχα, βανίλια, ροζ τριαντάφυλλο, φιστίκι.
Η παράδοση λέει ότι το αρωματικό αυτό γλυκό το εμπνεύστηκε στην Κωνσταντινούπολη ένας Χιώτης ζαχαροπλάστης. Την έλεγαν «άσπρο γλυκό» και έγινε το αγαπημένο κέρασμα στα αρχοντικά σπίτια της Πόλης. Όταν οι Χιώτες πρόσφυγες πια, επέστρεψαν στο νησί τους, πρόσθεσαν άρωμα μαστίχας. Το παλιό όνομα του γλυκού βανίλια ήταν “ζαχαροκάντιο ζυμωτή”» (αναφέρεται στα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς). Λευκό και αρωματικό γλυκό λένε ότι ήταν το παραδοσιακό κέρασμα στους επισκέπτες του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης
Παλιότερα κάθε σπίτι, είχε αυτό το κέρασμα στο ντουλάπι του, ειδικά το καλοκαίρι που τα υπόλοιπα γλυκά δεν άντεχαν στη ζέστη, τότε που δεν υπήρχαν τα ηλεκτρικά ψυγεία. Έτσι πρωταγωνιστούσε η βανίλια, που μπορούσε να διατηρηθεί εκτός ψυγείου, με ένα ποτήρι παγωμένο νερό. Η βανίλια είναι ένα απλό γλυκό: βασίζεται σε σιρόπι ζάχαρης, όπου προστίθεται ένα άρωμα και λίγο λεμόνι. Το βρίσκουμε σε πολλά μέρη της Ελλάδας, με πρωταγωνιστή φυσικά τη Χίο, εξαιτίας της μεγάλης παραγωγής του νησιού σε μαστίχα.

O Τραχανάς, δυναμωτικό πρωινό που μυρίζει χωριό

Ο τραχανάς αποτελεί μία από τις παλαιότερες τροφές της ανατολικής Μεσογείου. Έχει την όψη μικροσκοπικού χαλικιού και πολλές παραλλαγές. Ο τραχανάς παρασκευάζεται με πληθώρα υλικών, όπως το σιμιγδάλι ή το σταρένιο αλεύρι, το πλιγούρι ή το σπασμένο σιτάρι, ανακατεμένα με γάλα, ξινόγαλο, γιαούρτι ή ακόμα και με πιπεριές ή πολτό λαχανικών και καυτερό μπούκοβο.
Η ιστορία του τραχανά ανάγεται στην αρχαιότητα, ως μετεξέλιξη του χυλού με τον οποίο τρέφονταν Έλληνες και Ρωμαίοι. Αναφέρεται μάλιστα και από τον Ρωμαίο συγγραφέα βιβλίων μαγειρικής του 1ου μ.Χ. αιώνα, Μάρκο Γάβιο Απίκιο με όνομα tractae (είδος παχύρρευστου χυλού, τον οποίο χρησιμοποιούσαν για να πήζουν κάθε είδους σάλτσα). Σύμφωνα με μια άλλη ιστορική εκδοχή πιστεύεται ότι ο τραχανάς προέρχεται από την ανατολική Μεσόγειο είχε το όνομα tarkhaneh και σήμαινε φαγητό σε κοκκώδη μορφή, φτιαγμένο από δημητριακά και γαλακτοκομικά προϊόντα.
Η προετοιμασία του τραχανά ξεκινά τους πρώτους μήνες του καλοκαιριού, περίοδος του αγροτικού κύκλου κατά την οποία υπάρχει περίσσεια γάλακτος. Είναι η κατάλληλη εποχή για να στεγνώσει, να συσκευαστεί και να είναι έτοιμος για τον επόμενο χειμώνα. Το τελευταίο στάδιο είναι το στέγνωμά του σε μεγάλη επιφάνεια για τουλάχιστον μία εβδομάδα, εξ’ ου και η λαϊκή ρήση «απλώνει τραχανά» που αναφέρεται σε κάποιον που αργοπορεί χαρακτηριστικά. Όταν τα υλικά έχουν αναμιχθεί, σπάνε σε ακανόνιστα κομμάτια, ξεραίνονται και μετά θρυμματίζονται σε μικρότερα κοκκώδη ή χαλικώδη κομμάτια (ή περνιούνται από μια σήτα ώστε να επιτευχθεί η ίδια υφή). Ο τραχανάς με βάση το γάλα βγαίνει σε δύο τύπους: γλυκός και ξινός.
Aν και συνδεδεμένος με τα κελάρια της γιαγιάς, ο τραχανάς επιστρέφει τα τελευταία χρόνια στο προσκήνιο κι αυτό διόλου τυχαία. Αποτελεί μια υγιεινή υπερ-τροφή και φαίνεται πως προσελκύει το ενδιαφέρον διατροφολόγων, ερευνητών αλλά και σεφ.
Η Ελλάδα διεκδικεί τον τίτλο της χώρας με τη μεγαλύτερη ποικιλία ειδών τραχανά και πιάτων που τον έχουν ως βάση, ενώ μπορεί κάλλιστα να αποτελέσει ένα εύγευστο, δυναμωτικό παραδοσιακό πρωινό.

Το παλιό ελληνικό νοικοκυριό

Μπορεί εδώ και δεκαετίες οι αλλαγές στον τρόπο ζωής και οι γρήγοροι ρυθμοί που έχουν επιβληθεί να έχουν αποξενώσει τους Έλληνες από παλαιότερες συνήθειες, οι οποίες έχουν πλέον μετατραπεί σε μια μακρινή ανάμνηση ή ένα είδος φολκλόρ, ωστόσο αυτό δεν αναιρεί πως πολλά – αν όχι όλα – από αυτά τα στοιχεία που πλέον χάνονται στην αχλή του χρόνου, υπήρξαν κάποτε αναπόσπαστα κομμάτια μιας ξεχασμένης καθημερινότητας.

Ένα από αυτά, είναι και ο οικιακός εξοπλισμός, με άλλα λόγια, το παλιό νοικοκυριό και τα σκεύη που το αποτελούσαν, στοιχεία που ίσως να εξαλείφθηκαν σχετικά νωρίς από τα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας, ωστόσο αποτέλεσαν μέρος μιας πραγματικότητας που άντεξε λίγο περισσότερο στην ύπαιθρο. Μια λίστα με τα σκεύη που συνήθως υπήρχαν σε ένα παλιό νοικοκυριό, πρέπει να περιλαμβάνει τη βρύση, τη σκάφη, την παγωνιέρα, την πινακωτή, την ξυλόσομπα-φούρνο, τη λάμπα πετρελαίου, το μαγκάλι, το σίδερο (ή βαποράκι), το γουδί, το κόσκινο κ.ά.

Η βρύση, ήταν ουσιαστικά μια αυτοσχέδια κατασκευή, συνήθως ένας τενεκές, που λειτουργούσε όπως οι σύγχρονες βρύσες που όλοι ξέρουμε, για το τοπικό πλύσιμο αλλά και πιάτων, ποτηριών και άλλων σκευών. Βέβαια, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το νερό δεν ερχόταν από κάποιο σύστημα ύδρευσης, αλλά από κουβάδες, στάμνες ή άλλα δοχεία που μεταφέρονταν εκεί από κάποια – κοντινή ή μακρινή – πηγή.
Άλλο απαραίτητο «αξεσουάρ» ενός παλιού σπιτιού ήταν η σκάφη, που αποτελούσε το «πλυντήριο» της εποχής. Εδώ, η νοικοκυρά ή η υπηρέτρια (αν είχαμε να κάνουμε με ευκατάστατο νοικοκυριό) αναλάμβανε τον καθαρισμό των βρώμικων ρούχων με μόνο «σύμμαχο» το σαπούνι. Αξίζει να αναφερθεί πως συχνά η σκάφη χρησίμευε πέρα από πλυντήριο και ως μπανιέρα.
Μεγάλης σημασίας ήταν και η παγωνιέρα, δηλαδή το «ψυγείο» των παλιών χρόνων από το οποίο προμηθεύονταν οι κάτοχοί του δροσερό νερό, αγαθό εξαιρετικά πολύτιμο κατά τους θερινούς μήνες, χάρη σε κομμάτια πάγου τα οποία αγόραζαν από πλανόδιους παγοπώληδες.
Κυρίως στα χωριά, ένα απαραίτητο εξάρτημα του σπιτιού ήταν η πινακωτή, ένα στενό, ξύλινο σκεύος με χωρίσματα, που χρησίμευε για την παρασκευή ψωμιού.
Άλλα κλασικά σκεύη ενός παλιού νοικοκυριού ήταν η χαρακτηριστική ξυλόσομπα-φούρνος που πέρα από τη θέρμανση χρησίμευε και για το μαγείρεμα, η λάμπα πετρελαίου που παρείχε φωτισμό, το μαγκάλι που λειτουργούσε με κάρβουνα και ήταν ένα – άκρως επικίνδυνο – είδος θέρμανσης με περιορισμένες δυνατότητες, αλλά και ψησταριά, το βαποράκι (ο πρόγονος του σίδερου ρούχων που επίσης λειτουργούσε με κάρβουνα), καθώς και εργαλεία για το μαγείρεμα και την επεξεργασία του φαγητού, όπως το γουδί και το κόσκινο.

Η Μεσογειακή διατροφή

Ο όρος «Μεσογειακή διατροφή» χρησιμοποιείται για να περιγράψει τις διατροφικές συνήθειες των λαών που ζουν γύρω από τη Μεσόγειο Θάλασσα. Το ιδιαίτερο μεσογειακό κλίμα, οι πολλές ημέρες ηλιοφάνειας αλλά και οι εδαφολογικές συνθήκες και φυσικά η τόσο έντονη παρουσία του θαλασσινού στοιχείου διαμόρφωσαν τη διατροφική κουλτούρα. Ελαιώνες, αμπελώνες και ο βυθός της θάλασσας προμήθευσαν τις πρώτες ύλες για τη βάση του ελληνικού και του μεσογειακού διαιτολογίου. Tο πιο σημαντικό από αυτά παραμένει η εκτεταμένη χρήση του ελαιολάδου.
Όλες οι οδηγίες και οι κανόνες που συναντά κανείς σε βιβλία μεσογειακής διατροφής είναι στην ουσία διατροφικές συνήθειες που οι άνθρωποι της υπαίθρου εφάρμοζαν ήδη στις χώρες της Μεσογείου. Το κρέας καταναλώνεται με μέτρο, τα λαχανικά περιλαμβάνονται στο καθημερινό διαιτολόγιο ανάλογα με την εποχή τους. Τα φαγητά μαγειρεύονται κυρίως με ελαιόλαδο, ενώ δεν λείπει και το κρασί από το τραπέζι. Οι καρποί χρησιμοποιούνται σε γλυκά ή ακόμα και ως σνακ, το στάρι ζυμώνεται σε ψωμί και τα φρούτα αν δεν καταναλωθούν όσο είναι ακόμα φρέσκα, γίνονται μαρμελάδες και γλυκά του κουταλιού.
Βρώμη, σιτάρι, φρούτα, μέλι και ταχίνι δίνουν την απαραίτητη ενέργεια στο πρωινό για να ξεκινήσει κανείς τη μέρα του. Το φρέσκο γάλα αρωματίζεται με κανέλα και γαρίφαλο ενώ νιφάδες βρώμης με σταφίδες, φαγόπυρο και αμύγδαλα συνιστούν ένα θρεπτικό και τονωτικό πρωινό.
Όσπρια, δροσερά λαχανικά και μυρωδικά συνδυάζονται για το βασικό γεύμα της ημέρας, ενώ το απόγευμα απαιτεί κάτι πιο γλυκό: γιαούρτι με γλυκό του κουταλιού ή μέλι. Στο βραδινό κυριαρχούν οι σαλάτες, τα ελαφριά γεύματα, τα ζυμαρικά, λίγο τυρί με μυρωδικά.
Η Μεσογειακή Διατροφή είναι στις μέρες μας μια σημαντική κληρονομιά η οποία προσφέρει σημαντικά οφέλη για την υγεία, την ποιότητα ζωής και την ευημερία των κοινωνιών. Πολύ πρόσφατα έχει αναγνωριστεί και ως αναπόσπαστο κομμάτι της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελλάδας, γι’ αυτό και το 2013 εγγράφηκε στο εθνικό ευρετήριο. Την ίδια χρονιά η μεσογειακή διατροφή εγγάφηκε και στον αντιπροσωπευτικό Κατάλογο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας της UNESCO.

Τα γλυκά του κουταλιού..πολύχρωμα φιλέματα

Το γλυκό του κουταλιού κατέχει τα σκήπτρα του πιο φιλόξενου κεράσματος σε κάθε νοικοκυριό. Πλάι σε ένα παγωμένο ποτήρι νερό καλωσορίζει φιλόξενα τους επισκέπτες. Σήμερα αποτελεί και δημοφιλή επιλογή των τουριστών, καθώς φεύγοντας, παίρνουν μαζί τους γλυκιές πολύχρωμες αναμνηστικές κουταλιές αμπαλαρισμένες σε μικρά, ασφυκτικά κλεισμένα, γυάλινα βαζάκια.
Η ιστορία του φαίνεται να μας πηγαίνει πολλά χρόνια πίσω και να ξεκινά από την ανάγκη των νοικοκυρών να συντηρήσουν φρούτα και άλλους καρπούς για όλο το χρόνο. Άλλοτε λιαστά, άλλοτε μαρμελάδες και άλλοτε σε σιρόπι. Τα γλυκαντικά, όπως ήταν αρχικά το μέλι και έπειτα η ζάχαρη, είναι ουσίες που αποτελούν φυσικό συντηρητικό, ενώ προσδίδουν παράλληλα και μια ευχάριστη γεύση στο φρούτο. Οι τρόποι συντήρησης, κονσερβοποίησης και αποθήκευσης μπορεί να άλλαξαν με το πέρασμα των χρόνων. Οι Μικρασιάτισσες μάλιστα είχαν τη συνήθεια να αποτελειώνουν το δέσιμο του γλυκού στον ήλιο. Με τη ζέστη ακόμα και τα παραμικρά ίχνη υγρασίας εξαφανίζονταν κι έτσι το γλυκό ήταν έτοιμο να φυλαχθεί. Το σιρόπι έχει ρόλο προστατευτικό γι’ αυτό και το γλυκό μπορούσε να συντηρηθεί εκτός ψυγείου.
Στην σύγχρονη εποχή, οι άνθρωποι, χρησιμοποιώντας τα άφθονα φρούτα που τους προσφέρονται από την ελληνική γη, συνεχίζουν να διατηρούν τις παραδόσεις και να παρασκευάζουν διάφορα γλυκίσματα, όπως τα γλυκά του κουταλιού. Στη συνέχεια διαδόθηκαν οι συνταγές και οι τεχνικές, ενώ παράλληλα εμπλουτίστηκαν από μεταγενέστερα υλικά που εισήχθησαν όπως τα μπαχαρικά και η ζάχαρη. Έτσι, το μέλι αργότερα αντικαταστάθηκε από την ζάχαρη, ενώ μπορεί να προστέθηκαν η κανέλα, ο γλυκάνισος, το γαρίφαλο.
Πάντα προστίθεται χυμός λεμονιού και σε κάποιες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται κάποια άνθη, όπως η αρμπαρόριζα. Η παράδοση που θέλει τα γλυκά του κουταλιού να προσφέρονται με την συνοδεία ενός ποτηριού κρύο νερό φαίνεται να κρατεί καλά ακόμα και σήμερα.

Τα μπαχαρικά, γεύση και άρωμα στο καθημερινό τραπέζι

Αν και «εξωτικά» στην καταγωγή τα μπαχαρικά αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής μαγειρικής. Μια οικογένεια φυτών που νοστιμεύουν κάθε συνταγή και καρυκεύουν κάθε λογής πιάτο.
Τα μπαχαρικά ταξίδεψαν από την Ανατολή στη Δύση μέσα από τον «δρόμο των μπαχαρικών», τις θαλάσσιες οδούς που ξεκινούσαν από τις δυτικές ακτές της Ιαπωνίας, διέσχιζαν την Ινδονησία και την Ινδία, έφταναν στη Μέση Ανατολή με τελικό προορισμό την Ευρώπη. Σε αυτό το θαλάσσιο δρόμο οφείλεται και η ανάπτυξη του εμπορίου των μπαχαρικών. Η ετυμολογία της λέξης αποδίδεται άλλοτε στην πακιστανική λέξη «μπαχάρ», ενώ κατά άλλες εκδοχές η προέλευση της λέξης είναι αραβική ή τουρκική. Με τον όρο μπαχαρικά περιγράφεται το σύνολο των αρωματικών μαγειρικών καρυκευμάτων.
Τα μπαχαρικά έχουν μηδενική θερμιδική αξία, ενισχύουν τις γεύσεις των τροφών ενώ παράλληλα, τα οφέλη για τον ανθρώπινο οργανισμό είναι πολλαπλά. Στο κύμινο, το γαρίφαλο, το μπαχάρι, στους σπόρους του σιναπιού και στον κρόκο αποδίδονται σημαντικές αντιμικροβιακές και αντικαρκινικές ιδιότητες. Αντιμικροβιακές και αντισηπτικές ιδιότητες έχουν το κόλιαντρο, το μοσχοκάρυδο, το κάρδαμο και το πιπέρι (άσπρο και μαύρο), ενώ η επιστημονική κοινότητα τονίζει ότι η χρήση των μπαχαρικών και των αρωματικών βοτάνων ενδεχομένως να συνιστά πηγή αντιοξειδωτικών ουσιών, εφάμιλλη των φρούτων και των λαχανικών.
Τα μπαχαρικά διαθέτουν την ιδιότητα να διεγείρουν την όσφρηση με τις μεθυστικές τους μυρωδιές, να χρωματίζουν πιάτα με τις πολύχρωμες υφές τους και να αφηγούνται πικάντικες ιστορίες, ενίοτε τόσο καυτερές που φέρνουν και δάκρυα στα μάτια. Τα «Δώρα της Αφροδίτης» όπως έχουν χαρακτηριστεί τα μπαχαρικά, όχι μόνο καρυκεύουν τα φαγητά μας αλλά νοστιμεύουν της ζωή μας με τη δύναμη τους να ζωντανεύουν τις αισθήσεις. Η κατανάλωσή τους είναι ευεργετική και η χρήση τους θεωρείται «εκ των ων ουκ άνευ» στην παγκόσμια κουζίνα.

Σαλέπι, χειμωνιάτικο ρόφημα, πλανόδια συντροφιά από το παρελθόν

Καταναλώνεται ζεστό κατά τη χειμερινή περίοδο, σε χαμηλές θερμοκρασίες. Πρόκειται για σκόνη η οποία βράζεται με ζάχαρη ή μέλι και αρωματίζεται με πιπερόριζα.
Το σαλέπι παρασκευάζεται από τις ρίζες άγριας ορχιδέας με την ονομασία Orchis mascula ή αλλιώς σερνικοβότανο. Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν πως η ορχιδέα ήταν σύμβολο ανδρισμού και γονιμότητας. Πίστευαν πως τρώγοντας κονδύλους ορχιδέας θα μπορούσαν να ευνοήσουν τη γέννηση αρσενικών παιδιών. Πρόκειται για το γνωστό στις μέρες μας σερνικοβότανο.
Εκτός από τις μαλακτικές, του αποδίδονται και αφροδισιακές ιδιότητες γι’ αυτό και στην αρχαιότητα ονομαζόταν επίσης «Σατύρειον».Ο Θεόφραστος πρώτος έδωσε την ονομασία Όρχις, εμπνευσμένος από τον μύθο του Όρχι και την ομοιότητα της διπλοκόνδυλης ρίζας της ορχιδέας με τα αντρικά γεννητικά όργανα. Ο Όρχις ήταν γιος του Σάτυρου και της Νύμφης, ο οποίος κατά τη διάρκεια των γιορτών προς τιμήν του Βάκχου, διέπραξε ιεροσυλία. Ο Βάκχος για να τον τιμωρήσει διέταξε να γίνει τροφή για άγρια θηρία και να μεταμορφωθεί σε ένα αδύναμο φυτό.
Οι Κινέζοι τις χρησιμοποιούσαν για να διακοσμήσουν τα σπίτια τους, ενώ στα χρόνια του Μεσαίωνα αποτελούσε βασικό συστατικό για θεραπευτικά σκευάσματα και ερωτικά φίλτρα. Οι τοπικές ορχιδέες των Βρετανικών νήσων, που οι ρίζες τους είναι γνωστές σαν «dogstones», ήταν αρκετά οικονομικές και εξυπηρετούσαν τα λαϊκά στρώματα καθώς θεωρούσαν το σαλέπι, ως το ιδανικότερο πρωινό για έναν καπνοδοχοκαθαριστή. Στις αρχές της βιομηχανικής εποχής, οι πάγκοι που πουλούσαν σαλέπι στο Λονδίνο ήταν άφθονοι, πριν εκλείψουν εντελώς, από τα coffee-shops.
Στην Ελλάδα οι περισσότεροι από εμάς γνωρίζουμε το ρόφημα το οποίο μας προσφέρεται ζεστό από τους αγαπημένους μας πλανόδιους σαλεπιτζήδες με τα μπρούτζινα σκεύη και τις λευκές ποδιές.
Αυτό το ημιδιάφανο, πυκνόρρευστο ρόφημα μαλακώνει τον λαιμό, λειτουργεί ως αποσυμφορητικό του αναπνευστικού και ανακουφίζει το στομάχι. Είναι πλούσιο σε βιταμίνες αλλά δεν περιέχει τεΐνη ή καφεΐνη, οπότε είναι κατάλληλο και για τα παιδιά. Το σαλέπι χρησιμοποιείται επίσης για την παρασκευή γλυκών όπως το παγωτό καϊμάκι, μπαίνει σε κρέμες και ζελέ, ενώ ταιριάζει επίσης πολύ με μαστίχα Χίου.
Λόγω της διαδεδομένης κατανάλωσής του παγκοσμίως, η ζήτηση πλέον ξεπερνά την παραγωγή με αποτέλεσμα τον κίνδυνο εξάλειψης του φυτού. Γι’ αυτό το λόγο η εξαγωγή σαλεπιού από την Τουρκία έχει πλέον απαγορευτεί. Παρόλα αυτά, στην αγορά υπάρχουν διαθέσιμες διάφορες εκδοχές σαλεπιού από άλλες ανατολικές χώρες ή υποκατάστατα με άρωμα σαλεπιού.

Ρυζόγαλο

Τα δύο βασικά συστατικά του ρυζόγαλου είναι και τα δύο συνθετικά της λέξης: ρύζι και γάλα. Με πολλές παραλλαγές αυτή η πουτίγκα ρυζιού στην πραγματικότητα, σερβίρεται σε πολλά μέρη του κόσμου. Σερβίρεται ως επιδόρπιο, ως σνακ αλλά και ως μέρος ενός χορταστικού πρωινού.
Προσθέτοντας σε αυτή τη βάση, το βρασμένο σε γάλα ρύζι, ξύσμα από εσπεριδοειδή, φιστίκι Αιγίνης, ροδόνερο, μαστίχα ή και κρόκο Κοζάνης δημιουργεί κανείς υπέροχες και νοστιμότατες παραλλαγές του κρεμώδους γλυκίσματος που έχει πολλούς λάτρες. Το κατεξοχήν όμως καρύκευμα που το συνοδεύει είναι η κανέλα. Είτε προσθέτοντας ξυλάκια κανέλας κατά το βράσιμο του ρυζιού, είτε πασπαλίζοντας με τριμμένη κανέλα στην επιφάνεια της κρέμας το αποτέλεσμα μας δικαιώνει πάντα γευστικά.
Αν όμως υπάρχει κάτι που περιγράφει τέλεια την αίσθηση που μας δίνει ρυζόγαλο είναι η υφή του. Από τη μία είναι κρεμώδες και ταυτόχρονα οι κόκκοι ρυζιού που τραγανίζουν ελάχιστα δίνουν στον ουρανίσκο μια υπέροχη αίσθηση σε όποιον το γευτεί.
Το ρυζόγαλο λέγεται πως ήταν εξαιρετικά προσφιλές στους Έλληνες επί Τουρκοκρατίας. Άλλοι επιμένουν πως έφτασε στην Ελλάδα με την Επανάσταση του 1821 μαζί με άλλα γλυκά γαλλικής προέλευσης. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν πως το ρυζόγαλο έχει τις ρίζες του στην Ανατολή και συγκεκριμένα στη Μικρά Ασία, και ως αποτέλεσμα ήρθε στην Ελλάδα με την έλευση των προσφύγων του 1922. Ίσως δεν έχει και πολλή σημασία. Το ρυζόγαλο ένα εύκολο στην παρασκευή του γλυκό, μιας και τα υλικά που απαιτεί βρίσκονται εύκολα στην κουζίνα μια νοικοκυράς, από όπου και αν προέρχεται δεν μας απογοητεύει ποτέ, ενώ πάντα υπάρχουν και άλλοι τρόποι να το δοκιμάσουμε και άλλες γεύσεις να προσθέσουμε και να το απογειώσουμε.

Το ελαιόλαδο, «υγρός χρυσός» στο τραπέζι

Φυτό αυτοφυές στην Ελλάδα, καλλιεργούνταν στο Αιγαίο ήδη από το 2.000 π.Χ και μαζί με το λάδι υπάρχει έκτοτε παντού στη ζωή των Ελλήνων: στη διατροφή, στη θρησκεία, στη μυθολογία, στην ιατρική, στη λογοτεχνία, στην τέχνη. Ο Ηρακλής φύτεψε μια ελιά στο ναό της Ήρας στην αρχαία Ολυμπία, μετά την ολοκλήρωση την 12 άθλων του. Η Αθηνά δώρισε στους Αθηναίους την πρώτη ελιά του κόσμου κι έτσι έγινε το ιερό δέντρο της Αθήνας. Το έπαθλο των Ολυμπιονικών ήταν ένα στεφάνι από αγριελιά, ο κότινος. Οι Μυκηναίοι προσέφεραν ελαιόλαδο στους Θεούς, ενώ ο Όμηρος ονόμαζε την ελιά «το υγρό χρυσάφι της διατροφής». Ο Αριστοτέλης θεωρούσε την καλλιέργεια της ελιάς επιστήμη, ενώ ο Ιπποκράτης χρησιμοποιούσε το λάδι ελιάς ως φάρμακο.
Το ελαιόλαδο αποτελεί τη βάση της Μεσογειακής διατροφής, από τις πιο δημοφιλείς και αποδεδειγμένα υγιεινές διατροφές παγκοσμίως. Το λάδι της ελιάς περιέχει μεγάλες ποσότητες από μονοακόρεστα λιπαρά (75%) και αντιοξειδωτικές ουσίες, προστατεύοντας έτσι από το λεγόμενο οξειδωτικό στρες, το οποίο προκαλεί γήρανση. Ιατρικές έρευνες που έγιναν στην Ευρώπη και την Αμερική αποκαλύπτουν πως το ελαιόλαδο όχι μόνο προστατεύει την καρδιά αλλά και βοηθά στην καλή λειτουργία πολλών οργάνων ενώ δρα ευεργετικά σε μια μακρά σειρά ασθενειών.
Το ελαιόλαδο συμμετέχει στα περισσότερα μαγειρέματα, χρησιμοποιείται στην παρασκευή του ψωμιού και μερικές φορές, στην περίπτωση ενός απλού γεύματος, μπορεί να είναι και το μοναδικό προϊόν που συνοδεύει το ψωμί.

Μουσταλευριά, φθινοπωρινό γλύκισμα με μεθυστική μυρωδιά

H μουσταλευριά είναι ένα υγιεινό, μυρωδάτο, παραδοσιακό εποχικό γλυκό. Είναι συνδεδεμένο με το φθινόπωρο και τα κύρια υλικά παρασκευής του είναι ο μούστος και το αλεύρι, όπως το μαρτυρεί και η ίδια η λέξη. Ο μούστος είναι ο χυμός των σταφυλιών που παράγεται πριν από την διαδικασία της ζύμωσης.
Η μουσταλευριά κάνει την εμφάνισή της μετά το τέλος των καλοκαιρινών διακοπών, όταν και παράγεται ο μούστος. Φιγουράρει σε πήλινα και πλαστικά κεσεδάκια σε γαλακτοπωλεία, φούρνους και ζαχαροπλαστεία, ενώ το μυστικό της επιτυχίας της είναι η καλή αναλογία μούστου και αλευριού.
Η όψη της είναι διαυγής, η υφή της κρεμώδης, ενώ η αίσθησή της δροσερή. Η κρέμα από το χυμό σταφυλιών μας γλυκαίνει χιλιάδες χρόνια τώρα. Ο Αριστοφάνης στον Πλούτο την αναφέρει ως «οινούτα». «Οινούτα» όμως λεγόταν και στο Βυζάντιο, αλλά και «πάστελλος» ή «μουστόπιτα».
Ο Αθήναιος καταγράφει το πετιμέζι, κάνοντας προφανές ότι στον αρχαίο κόσμο αυτή η μορφή του παχύρρευστου μούστου -όπως προκύπτει μετά από βράσιμο- είχε ευρεία χρήση. Ο ίδιος συγγραφέας κάνει λόγο για τον «γλυκίνα των Κρητών», ένα είδος άρτου, ο οποίος παρασκευαζόταν με γλυκό μούστο και λάδι ελιάς. Ο Απίκιος αναφέρει πολύ συχνά την παρασκευή σάλτσας με την προσθήκη σταφίδων και βρασμένου χυμού σταφυλιών.
Η ονομασία της ποικίλλει ανάλογα την γεωγραφική περιφέρεια. Στη Σάμο για παράδειγμα αναφέρεται και ως κουρκούτα, στην Κρήτη κεφτέρια, ενώ στην Κύπρο παλουζές. Η θρεπτική αξία της μουσταλευριάς είναι πολύ υψηλή λόγω αυξημένης περιεκτικότητας σε μεταλλικά άλατα και βιταμίνες. Συγκεκριμένα, ο μούστος είναι πλούσιος σε βιταμίνη Α, βιταμίνη C, καθώς και σε βιταμίνες του συμπλέγματος Β, ενώ από μεταλλικά στοιχεία περιέχει ασβέστιο, φώσφορο, κάλιο και σίδηρο. Είναι καλή πηγή φυσικών σακχάρων, με αποτέλεσμα η κατανάλωσή της να δίνει γρήγορη ενέργεια στον οργανισμό.
Η μουσταλευριά σερβίρεται με μια στρώση σουσάμι και μια ιδέα κανέλα.